"Alexandre Dumas concoctant une bouillabaisse de personnages" (από το fr.wikipédia.org)

Sunday, 4 November 2007

Konichiwa

(ή αλλιώς κονίτσιγουά, χαιρετισμός της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου.
Ουδεμία σχέση με το Σουηδικό σινγκλ "Konichiwa Bitches", για να μην υπάρξει και παρεξήγηση).


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ:
Ένθετο περιοδικό μαγειρικής σε Κυριακάτικη εφημερίδα, τεύχος Οκτωβρίου 2007, σελίδα 18. Άρθρο για ένα Γιαπωνέζικο μανάβικο (και όχι μόνο) σε ένα δρομάκι στα πέριξ της Πλ. Συντάγματος. Ως συνήθως, το παραπάνω σαρωμένο απόσπασμα είναι σε επαρκή ανάλυση ώστε, αν κάνετε κλικ επάνω του, να έχετε μία αξιοπρεπή μεγέθυνση.

ΣΧΟΛΙΟ:
Αντικείμενο σχολιασμού θα αποτελέσουν τα δύο αποσπάσματα υπογραμμισμένα με κόκκινο και αντίστοιχα αριθμημένα.

Θα περιμέναμε η συντάκτις που γράφει "προσοχή, [το σακέ] τονίζεται στη λήγουσα" (επισήμανση την οποία δεν έχουμε κανένα λόγο να μην πιστέψουμε) θα ήταν εξίσου σχολαστική και με την υπόλοιπη ονοματολογία στο κείμενό της, ιαπωνική και όχι μόνο. Ενώ το κείμενο στο σύνολό του είναι βιωματικό και ακτινοβολεί τη χαρά της ανακάλυψης ενός νέου καταστήματος τροφίμων, το τεχνικό υπόβαθρό του υστερεί.

Έχουμε και λέμε:

Απόσπασμα υπ. αριθμ. 1
το φρέσκο wasabi είναι η σπάνια ρίζα του ιαπωνικού κράνου
Αναπολούμε τις επισκέψεις μας στην Κρανιά του Ολύμπου, εκεί στα πέριξ του Κτήματος Κατσαρού. Αν δεν κάνω λάθος, η Κρανιά παίρνει το όνομά της από το ομώνυμο φυτό που βγάζει κράνα. Όμως τα κράνα είναι καρποί και όχι ρίζες. Το σχετικό φυτό είναι το cornel ή Cornelian cherry tree (αγγλικά), cornοuiller mâle (γαλλικά), Kornelkirsche (γερμανικά), βοτανολογικό όνομα Cornus mas. Αν είστε οπτικοί τύποι, ορίστε μία φωτογραφία του φυτού, καθώς και μία σχετική σελίδα από το βοτανολογικό εγχειρίδιο Deutschlands Flora in Abbildungen του 1796. Τα κράνα τα γνωρίζουμε. Στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία φτιάχνουν λικέρ ή τσίπουρο αρωματισμένο με αυτά. Γίνονται ακόμα και μαρμελάδα.

Το wasabi τώρα: ορίστε το στην προς βρώση μορφή του, ή σε μία άλλη περισσότερο απω-ανατολίζουσα απεικόνιση ολόκληρου του φυτού. Βλέπουμε λοιπόν ότι πρόκειται όντως για ρίζα, και έχουν δίκιο οι κουζινογράφοι μας να το παρουσιάζουν ως "Ιαπωνικό ραπάνι". Πρόκειται λοιπόν για τη ρίζα ενός από τα παρακάτω φυτά: Wasabia japonica, Cochlearia wasabi, ή Eutrema japonica.

Πώς έγινε το λάθος στο άρθρο τώρα; Υπάρχουν δύο πιθανότητες:
α. Η αρθρογράφος έγραψε τη λέξη "κράνο" ενώ σκεφτόταν τη λέξη "χρένο" (σλαβική λέξη για το "ραπάνι" - όμοιές της υπάρχουν στα βουλγαρικά, τσέχικα, ρώσικα και σερβοκροατικά). Η λέξη "χρένο" χρησιμοποιείται συχνά ως ελληνική απόδοση για το wasabi. Πρόκειται επομένως για lapsus linguae ή για lapsus calami (προϊόν γλώσσας λανθάνουσας, προφορικής ή γραπτής) της αρθρογράφου.

β. Η αρθρογράφος έγραψε τη λέξη "χρένο" αλλά οι διορθωτές δεν νόγαγαν από μαγειρική ορολογία, από σλαβικές ρίζες (ή μπορεί να ήταν πατριώτες γλωσσαμύντορες - έχουμε και τη συζήτηση για το των Σκοπίων όνομα) και να σκέφτηκαν: "Μπα, κράνο θα εννοεί. Να το σβήσω και να γράψω κράνο λοιπόν".

απόσπασμα υπ. αριθμ. 2
το δυσεύρετο λαχανικό gobo
Τι να κάνουμε κι εμείς οι καψεροί; Δρόμο παίρνουμε και δρόμο αφήνουμε, να βρούμε τ' ειν' τούτο το gobo πάλι. Πάμε λοιπόν στην αρμόδια ιαπωνική Wikipedia και στο σχετικό άρθρο (http://ja.wikipedia.org/wiki/%E3%82%B4%E3%83%9C%E3%82%A6). Πιστεύω να μπορέσετε να πλοηγηθείτε στη σελίδα αυτή - μπορεί και όχι, ανάλογα με το πώς χειρίζεται ο υπολογιστής σας τους ιαπωνικούς χαρακτήρες. Δεξιά στην ιαπωνική σελίδα, τι βλέπουμε, όμως; Τον αγγλικό όρο edible burdock και το βοτανολογικό όνομα Arctium lappa. Έχει και 2 φωτογραφίες εκεί που σε κάνουν να λες: "κάτσε ρε, κάτι μου θυμίζει αυτό από Ελλάδα. Δεν είναι σαν το wasabi, άγνωστο και μυστηριώδες πράγμα."

Έτσι λοιπόν και μ' εμάς. Θυμηθήκαμε ότι στην Αγγλία υπάρχει ένα αναψυκτικό που ονομάζεται "dandelion and burdock", αντίστοιχο του Αμερικάνικου rootbeer. Επίσης, το bur στο όνομα burdock μας λέει ότι έχει σπόρους ή περικάρπια με αγκαθωτό περίβλημα, ώστε ν' αγκιστρώνονται στο τρίχωμα των ζώων (ή στις κάλτσες μας ή στα πλεκτά μας) και έτσι το είδος να διαιωνίζεται με τη διάδοση και εξάπλωση των σπόρων του που ταξιδεύουν οχούμενοι τσαμπατζήδες ανά τους αγρούς μέχρι ν' αποκολληθούν και να πέσουν σε άλλα, νέα χώματα.

Μιλάμε για κάποιο είδος κολλιτσίδας, λοιπόν. Το βοτανολογικό όνομα Arctium lappa μας παραπέμπει σε άρκτο ursus στα λατινικά - μην πίνετε μονάχα τα σφηνάκια, να ξέρετε και τι σημαίνουν). Πρόκειται λοιπόν για το άρκτειο, ή αρκτοστάφυλο ή αρκουδοβότανο, ή πλατομαντήλα, ή πλατομαντηλίδα. Σίγουρα δεν είναι διαδεδομένο όπως, ας πούμε, η τσουκνίδα, αλλά μην το περιγράφουμε ως "δυσεύρετο", λες και πρόκειται για το σερνικοβότανο του Καρκαβίτσα, ε; Βέβαια, για να είμαστε και δίκαιοι, οι Γιαπωνέζοι δεν καταναλώνουν τόσο τα φύλλα (ως σαλατικό, κάτι που θα κάναμε εμείς και που πράττουν οι Βορειοευρωπαίοι) όσο τις ρίζες του.

Δεν θα ήταν πολύ καλύτερο αν η αρθρογράφος είχε αναφερθεί στο φυτό με ένα από τα ελληνικά του ονόματα (σίγουρα υπάρχουν κι άλλα σε τοπικό επίπεδο) ή, ακόμα καλύτερα, με το βοτανολογικό (λατινικό), ώστε να μην υπάρχουν και μεταφραστικές παρεξηγήσεις;

Εντάξει, η Γιαπωνέζα μανάβισσα σωστά το είπε gobo στην αρθρογράφο. Η αρθρογράφος με τη σειρά της δεν θα μπορούσε να πάει το όνομα gobo ένα βήμα παραπέρα ώστε να παραπέμψει σε κάτι οικείο στον Έλληνα αναγνώστη; Απλά μας αναφέρει ότι μας βρήκε κάτι εξωτικό και δυσεύρετο;

Καθρεφτάκια και χάντρες στους ιθαγενείς, λοιπόν, που θα χάσκουν άναυδοι ενώπιον της ευρυμάθειάς της και θα επαναλάβουν μάλιστα και όλ' αυτά τα ανυπόστατα περί wasabi-κράνου και gobo στο επόμενο wine-and-cheese party του γραφείου;

Domo arigato
Arigato gozaimasu
Arigato gozaimashita
Domo arigato gozaimashita

("Ευχαριστώ" στα ιαπωνικά, με 4 διαφορετικές διατυπώσεις, σε αύξουσα σειρά τυπικότητας και ευγένειας-σεβασμού.)
Τα ιαπωνικά περιέχουν χροιές και αποχρώσεις ευγένειας (με ειδικά κατά περίπτωση προθέματα και καταλήξεις στις λέξεις) που εμείς οι Δυτικοί -οι αποκαλούμενοι και gaijin στα ιαπωνικά- δεν έχουμε καν διανοηθεί. Ίσως γι αυτόν το λόγο και η κυρία Χιρόκο (όνομα που σημαίνει 'γενναιόδωρη, χουβαρντού') φάνηκε "ψιλοζοχαδιακιά" στην αρθρογράφο, ήταν απρόθυμη να της μεταφράσει, κλπ (αυτά είναι από το ίδιο άρθρο, αλλά όχι από το κομμάτι που είναι στη φωτογραφία παραπάνω). Σίγουρα (γκαραντί αυτό) η κυρία Χιρόκο δεν της φέρθηκε όπως οι πωλήτριες άλλων τροφο-καταστημάτων της Βουκουρεστίου, Καψάλη, Πατρ. Ιωακείμ και λοιπών πέριξ οδών, γι αυτό και η αρθρογράφος μας τη βρίσκει ανεξιχνίαστη.

Αν εσείς θέλετε να βουτήξετε ένα μόνο δαχτυλάκι του ποδιού σας στον ανεξιχνίαστο ωκεανό των ιαπωνικών keigo ή honorifics, μπορείτε να ξεκινήσετε από εδώ - για τους αγγλόφωνους, ή εδώ - για τους γαλλόφωνους.
.
.
.

2 comments:

μπλογκομάγειρος said...

Αγαπητό ερράτα καλημέρα.
---------
Το «wasabi είναι η γιαπωνέζικη απάντηση στο horseradish» όπως διαβάζουμε σε ένα βιβλίο μπαχαρικών. Οι παλιοί το ραπάνι ή ραφάνι το έλεγαν (και το έγραφαν): χράνο.
Προφανώς, και η κυρία αρθρογράφος (που είναι παλιά) έγραψε χράνο και η δακτυλογράφος της θα είπε: μάλλον κράνο εννοεί.
--------
Όταν διαβάσαμε στο άρθρο το gobo, μας ήρθε στο νου η μπάμια. Δεν είμαστε και πολύ «φαν¨της γιαπωνέζικης κουζίνας, γενικώς….
Από ό,τι είδαμε: είναι και αυτό σαν την σκορτσονιέρα (ή το σαλσιφί). Φυσικά το πόσο εύκολο είναι να το βρούμε στην Ελλάδα δεν το ξέρουμε, κι ας το αναφέρει και το φυτολογικό λεξικό πριν από 70 χρόνια.
--------
Εκείνο που είναι σίγουρο: η καψερή η μανάβισσα «τα πήρε στην κράνα», και φυσικά ούτε για τα άσχημα γιαπωνέζικα ή αγγλικά της αρθρογράφου, ή τις ερωτήσεις της….-----
τις καλημέρες μας
μπλογκομάγειρος

Errata Culinaria said...

Καλημέρα και σε σας:

Για τo Χράνο – χρένο:
Εξαρτάται από τη ζώνη επιρροής. To ραπάνι αποκαλείται “Kren” (εκτός από τα σλαβικά) και στα νότια Γερμανικά ιδιώματα (σε Βαυαρία, Αυστρία, Νότιο Τιρόλο ή Τρεντίνο-Άλτο Άντιτζε {το τελευταίο δίλημμα ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός} καθώς και από τους γερμανόφωνους Ελβετούς).
Για τους Βιεννέζους, δύο από τα συνοδευτικά αρτύματα για το Tafelspitz είναι το Apfelkren (πολτοποιημένο μήλο + ραπάνι) ή το Oberskren (κρεμ φραις + ραπάνι).
Τα βόρεια Γερμανικά ιδιώματα το αποκαλούν (Meer)rettich.
--------------
Gobo και μπάμια: ίσως από το «gumbo» ; Η συγγένεια μεταξύ τους, όμως, είναι λίγο μακρινή.

Η μπάμια συγγενέυει περισσότερο με τον ιβίσκο (η ομοιότητα φαίνεται στα φύλλα).

Θα συμφωνήσουμε στο ότι έχουν ομοιότητες στη ρίζα με τη σκορτσονέρα και το σαλσιφί, παρόλο που πρόκειται για δύο άλλα φυτά (αυτά τα δύο τελευταία έχουν φύλλα όπως της χλόης).
-----------------
Το γιαπωνέζικο gobo (άρκτειο) είναι αυτοφυές σε όλη την Ευρώπη, και στην Ελλάδα. Σίγουρα, ΔΕΝ είναι σπάνιο και δυσεύρετο. Απλά, στην Ελλάδα δεν το αξιοποιούμε και δεν «λαχανεύεται», που λέει και ο Ψιλάκης. Πρόκειται για το “bardane” των Γάλλων και το “Kletten” των Γερμανών.